Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἡ «ἐν Χριστῷ καινή κτίσις» (Β’ Κορ. 5, 16). Πολλοί ἀπ’ αὐτούς μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου τους, οἱ μάρτυρες, πολλοί μέ τά δάκρυα τῆς μετανοίας, ἀλλά καί τόν ἱδρώτα τῆς ἀσκήσεώς τους, οἱ ὅσιοι, ἐπαναβεβαίωσαν τό «πρωτόκτιστον κάλλος», τό ὁποῖο τελικά καί κατέκτησαν.

Οἱ ἅγιοι εἶναι χαριτωμένοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά καί στεφανωμένοι ἀπό τόν ἀγωνοθέτη Χριστό.

Ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι χαριτωμένοι  ἔχουν ἀποκτήσει τήν παραδείσια ὀμορφιά, πού εἶχε ὁ προπάτορας Ἀδάμ «πρό τῆς παρακοῆς».

Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἀξιώθηκαν μέ «τόν καλό τους ἀγώνα» νά ντυθοῦν μέ τό θαβώριο φῶς, ἀφοῦ βίωσαν μέ τή ζωή τους τό ἀναστάσιμο φῶς. Γι’ αὐτό καί γύρω ἀπό τό κεφάλι τους εἰκονίζεται ἕνα φωτοστέφανο. Τό φωτεινό τους στεφάνι πάνω στά κεφάλια τους δείχνει καθαρά αὐτή τήν βιουμένη πραγματικότητα.

Οἱ ἅγιοι ἔχουν ἀποκτήσει τήν παρρησία πρός τόν ἅγιο Θεό. Ἔχουν γίνει μεσίτες τῆς χάριτος. Χαριτωμένοι ὅπως εἶναι, χορηγοῦν, μεσιτεύουν, μέσα ἀπό τίς δωρεές τῶν ἰάσεων καί τῶν πολλαπλῶν θαυματουργιῶν τους, σ’ ὅλους ἐμᾶς τούς «περιλειπομένους» πολλαπλές εὐεργεσίες. 

Μέ τούς ἁγίους ἡ ἐπαναστατημένη, καί γι’ αὐτό ἐκπεσοῦσα, ἀνθρώπινη φύση ἐπανέρχεται πάλι στό «κατά φύσιν» καί γεύεται τό «ὑπέρ φύσιν».  Οἱ ἅγιοι κατανικοῦν τά ἐμπόδια τοῦ κόσμου, ἐσωτερικά καί ἐξωτερικά, ἐνῶ καί ἡ ἴδια ἡ κτίση, ἀκόμη καί αὐτά τά ἄγρια θηρία ὑποτάσσονται στήν ἁγιασμένη τους φυσιογνωμία. (ἅγιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης, ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ).

Νά σημειώσουμε, ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι πραγματικότητα πού τήν κατακτοῦν ἄνθρωποι ὄχι μόνο τοῦ χθές, ἀλλά καί τοῦ τώρα, καί τοῦ αὔριο. Πάρα πολλοί πιστοί χριστιανοί, πού ζοῦν στά πέρατα τοῦ κόσμου κάθε στιγμή, μέ τόν προσωπικό τους ἀγώνα ἐπαναποκτοῦν τήν πρωτόκτιστη ὀμορφιά καί χαριτώνονται μέσα στό ἄκτιστο φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ καί οἱ ἀγαπημένοι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί κατ' ἀναλογία ὁ Χριστός εἶναι ὁ φίλος καί ἀγαπημένος τῶν ἁγίων. Ἡ Θεανθρωπίνη μορφή Του μετά τή θεία Ἀνάληψη καί τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Παναγίου Πνεύματος πού ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς «συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας», γεννᾶ συνεχῶς ἁγίους. Ἡ ἀγιότητα εἶναι ἡ στροφή μας ἤ καλύτερα ἡ ἐπαναφορά μας στό θεῖο Ἀρχέτυπο.  Ἡ παραγγελία τοῦ Χριστοῦ στόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι νά τελειοποιεῖται νά κατευθύνεται στήν πραγματοποίηση τῆς ἁγιωσύνης «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β’ Κορ. 7,1), ἡ ὁποία σέ τελική ἀνάλυση εἶναι ἡ μίμηση τοῦ ἀρχετύπου μας, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἁγιότητα εἶναι ἀγώνας ζωῆς «ἅγιοι γίνεσθεὅτι ἅγιός εἰμι» (Α' Πέτρ. 1, 16). Ὁ ἄνθρωπος πού ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, προσβλέπει μόνο πρός Ἐκεῖνον, μιά καί θεωρεῖ ὅλα τά ὅσα προσφέρει ὁ κόσμος ἐμπόδια γιά τήν ἐπίτευξη τοῦ τελικοῦ στόχου, «πάντα ἡγεῖται σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστῷ κερδίσῃ καί εὑρεθῶ ἐν αὐτῷ» ( Φιλ. 3, 9) ἐπαναλαμβάνει ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ πιό μεγάλος πόθος τῆς κάθε ἀνθρωπίνης ψυχῆς εἶναι νά βρίσκεται κοντά στό Θεό, ἔστω κι ἄν δέν τό συνειδητοποιεῖ αὐτό. Ἡ ἐμπλοκή  στήν ἀγχώδη βιοτική μέριμνα δέν ἀφήνει περιθώρια γιά τά ἄνω, ἀλλά ὁπωσδήποτε ἄσβεστη εἶναι ἡ δίψα αὐτή μιά καί εἶναι σύμφυτη μέ τό ἀνθρώπινο εἶναι· «ἀνήσυχος εἶναι ἡ καρδιά μέχρι νά ρθεῖ καί νά βρεῖ ἀνάπαυση κοντά σου» σημειώνει ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος. 

Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία δέν ἔπαψε ποτέ νά γεννᾶ Ἁγίους. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ πνευματική μας μητέρα, πού μᾶς ἀναγεννᾶ πνευματικά καί μᾶς κάνει μέλη της. Ἡ ἴδια εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος σάν μέλος τῆς Ἐκκλησίας δέν κάνει κάποια τυπική ἐγγραφή, οὔτε καταβάλλει κάποια τυπική συνδρομή, ὅπως κάνουμε σέ κάποιο κοσμικό σωματεῖο γιά νά διατηρήσουμε τήν ἰδιότητα τοῦ μέλους. Στήν Ἐκκλησία μέ τό βάπτισμά μας κάνουμε ἐγγραφή στό βιβλίο τῆς ὄντως ζωῆς. Χρειάζεται μονάχα νά διατηροῦμε τήν ἰδιότητα αὐτή ζωντανή. Αὐτό γίνεται, μόνο ὅταν ἔχουμε ἐνεργοποιημένη τή συνείδηση μας καί ἀγωνιζόμαστε, ὥστε νά τελειοποιούμαστε «ἐν Χριστῷ». Νά ἔχουμε δηλαδή καθημερινή μας ἔγνοια τό «ἅγιοι γίγνεσθαι». Ἡ ἁγιότητα εἶναι προνόμιο ὅλων μας, γι’ αὐτό καί συναντοῦμε ἁγίους κάθε ἐποχή. Κάθε στιγμή θά βρίσκομε ἁγιασμένες μορφές στόν ἁγιώνυμο περίβολο τῆς Ἐκκλησίας. Μιά τέτοια σύγχρονη ἁγιασμένη μορφή εἶναι καί ὁ ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, πού γιορτάζουμε τήν ἱερή μνήμη του στίς 10 Νοεμβρίου.

ἅγιος Ἀρσένιος γεννήθηκε στά Φάρασα ἤ Βαρασιό τῆς Καππαδοκίας στά 1840. Ὁ πατέρας του λεγόταν, Ἐλευθέριος ἤ Χατζηλευτέρης, μιά καί εἶχε γίνει χατζῆς, μετά τό προσκύνημά του στούς Ἁγίους Τόπους καί τό βάπτισμά του στ’ ἁγιασμένα νερά  τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ. Τό ἐπώνυμό του Ἀννητσαλῆχος ἤ Ἀρτζίδης καί ἡ μητέρα του Βαρβάρα, τό γένος Φράγκου ἤ Φραγκοπούλου, ἦταν ἁπλοί ἄνθρωποι, ἀλλά γεμάτοι θεοσέβεια, ὅπως ἄλλωστε καί ὅλοι σχεδόν οἱ κάτοικοι τῆς ἁγιοτόκου Καππαδοκίας.  Στή βάπτισή τοῦ ἔδωσαν τό ὄνομα Θεόδωρος. Νά σημειωθεῖ, ὅτι εἶχε καί ἕνα μεγαλύτερο ἀδελφό μέ ὄνομα Βλάσιος. Σέ μικρή ἡλικία ἔμειναν τά δυό παιδιά ὀρφανά. Εὐτυχῶς βρέθηκε μιά καλή θεία τους, πού ἁπάλυνε τόν πόνο τῆς ὀρφάνειας τῶν μικρῶν παιδιῶν. Τά πῆρε κοντά της καί ἔγινε μάνα καί πατέρας τους. 

Ἀπό μικρό παιδί ὁ Θεόδωρος ἔδειχνε μιά μεγάλη εὐλάβεια πρός τά θεϊκά, ἡ ἀπέραντη εὐλάβειά του πρός τό Θεό καί ἡ μεγάλη συμπάθειά του γιά τό κάθε ἄνθρωπο, στοιχεῖα πού συνόδευαν ὁλόκληρη τή ζωή του ἦταν ἀσφαλέστατα οἱ προάγγελοι τῆς ἁγιότητος πού ἔμελλε νά στεφανώσει τήν εὐλογημένη μορφή του. Ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ φάνηκε ὄχι μόνο μέ τήν παρουσία τῆς θείας του, πού ἀναπλήρωνε, ὅσο ἦταν δυνατό τῆς ὀρφάνειας τήν πληγή, ἀλλά καί ὅταν παιδί ἀκόμη τόν παρέσυρε τό ὁρμητικό ρεῦμα ἑνός  χειμάρρου τῆς περιοχῆς καί σώθηκε χάρη στή θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ ἁγίου Γεωργίου. Τό γεγονός αὐτό σημάδεψε τήν κατοπινή του πορεία, ἀλλά καί τοῦ ἀδελφοῦ του, πού αὐτός ἔγινε δάσκαλος τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς στήν Κωνσταντινούπολη.

Ἀφοῦ μεγάλωσε ἡ θεία του τόν ἔστειλε νά σπουδάσει στή Νίγδη. Ἐδῶ βρισκόταν μιά ἄλλη θεία του, ἀδελφή τοῦ πατέρα του, πού ἦταν δασκάλα. Αὐτήν τόν προστάτεψε. Ὁ νεαρός Θεόδωρος ἔδειχνε μεγάλο μεράκι γιά τά γράμματα, ἔτσι στάλθηκε ἀπό τή θεία του στή Σμύρνη γιά μεγαλύτερες σπουδές. Ἄνθρωπος  μαθήσεως ἔμαθε Ἑλληνικά καί Ἐκκλησιαστικά γράμματα, ἀκόμη ἔμαθε νά μιλάει ἀρμένικα, τούρκικα καί λίγα γαλλικά. Ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε τίς σπουδές του γύρισε  στά Φάρασα, καί γιά κάποιο διάστημα ἔκανε τό δάσκαλο τῶν παιδιῶν τῆς πατρίδας του.

Ἡ μεγάλη του ἐπιθυμία ἦταν νά γίνει μοναχός. Ἤθελε νά ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικά στό Θεό. Γι’ αὐτό ἄφησε τό χωριό καί τά δασκαλικά καί ἔρχεται στή μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῶν Φλαβιανῶν. Τό μοναστήρι αὐτό ἦταν κοινόβιο, καί  μαγνήτιζε τόν Θεόδωρο. Ἐδῶ θά καρεῖ μοναχός, καί θά πάρει τό ὄνομα Ἀρσένιος.

Ἡ μοναχική ζωή τοῦ ἄρεσε πολύ, καί μέ πολύ ζῆλο ἄρχισε νά ζεῖ τή ἀγγελική πολιτεία. Ὅμως δέν χάρηκε γιά πολύ τήν ἡρεμία καί τήν ὀμορφιά τῆς μοναχικῆς ὑπακοῆς. Οἱ καιροί ἦταν πολύ κρίσιμοι. Λόγοι ἐθνικοί μά καί θρησκευτικοί ἐπιβάλλουν στούς ἐκκλησιαστικούς κύκλους τήν ἀναζήτηση ταλαντούχων προσώπων γιά νά βοηθήσουν σέ νευραλγικά πόστα τούς ρωμιούς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὁ Ἀρσένιος ἦταν ἀπό τούς πιό σπουδαίους. Γρήγορα ὁ μητροπολίτης Παῒσιος ὁ Β’ τόν κάλεσε κοντά του καί τοῦ ἀνακοίνωσε τήν πρόθεσή του νά τόν χειροτονήσει καί τόν στείλει πάλι στά Φάρασα γιά νά ἀρχίσει τό διδασκαλικό ἔργο. Ἡ παρουσία τοῦ Ἀρσενίου διακόνου ἀρχικά καί πρεσβυτέρου, ἱερομονάχου ἀργότερα, μαζί μέ τήν ἐκπαιδευτική του ἱκανότητα καί τή βαθειά του ἀγάπη γιά τά παιδιά θά ἀρχίζει τό διδασκαλικό του ἔργο. Μέ τόν καθημερινό του μόχθο ἔδιωχνε τήν ἀγραμματοσύνη τῶν νεαρῶν βλαστῶν τῶν Φαράσων. Μέ πολύ προσοχή καί χωρίς νά γίνεται στόχος στίς τουρκικές ἀρχές δίδασκε τούς μαθητές του. Τίς περισσότερες ἡμέρες μάζευε τά παιδιά στό ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας, ἐκεῖ ὑπῆρχε μιά σπηλιά, καί σέ δύσκολες στιγμές ἔκανε ἐκεῖ τά μαθήματα. 

Μετά ἀπό μιά δεκαετία χειροτονεῖται  στήν Καισάρεια πρεσβύτερος καί ἀμέσως, προχειρίζεται σέ Ἀρχιμανδρίτη, ἀκόμη τοῦ δόθηκε ἀπό τόν μητροπολίτη ἡ ἄδεια νά ἐξομολογεῖ τούς χριστιανούς. Μέ τή νέα του ἰδιότητα ἐπιδίδεται μέ ἀκόμη περισσότερο ζῆλο στά καθήκοντά του. Μέ τήν πρόφαση ἐράνων ἐπισκέπτεται τά χωριά ὅλης τῆς περιοχῆς πού ἁπλώνονταν ἡ Καππαδοκία. Μέ λειτουργίες καί κηρύγματα τόνωνε τήν πίστη καί τό φρόνημα τῶν χριστιανῶν της.  Σάν δάσκαλος ἦταν διακριτικά αὐστηρός, διδακτικός καί πολύ προσεκτικός. Δέν παρέλειπε νά μαθαίνει στά παιδιά καί τή νοερά προσευχή. Σάν κήρυκας μιλοῦσε ἁπλά στούς χριστιανούς, ἐνῶ ὅταν λειτουργοῦσε ἦταν μιά λαμπάδα ἀναμένη μπροστά στό ἅγιο θυσιαστήριο.

Στόν Ἀρσένιο  ἔχει προστεθεῖ ἀπό τόν Θεό, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί τό θεραπευτικό χάρισμα. Χωρίς τσαρλατανισμούς, ἀλλά μέσα ἀπό τήν ζωντάνια τῆς πίστεώς του καί τίς ὁλόθερμες προσευχές του θεράπευε καί τά ψυχικά, ἀλλά καί τά σωματικά ἀρρωστήματα τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι νά θαυμάζει κανείς, ὅτι στά Φάρασα καί σ’ ὁλόκληρη τήν περιφέρειά τους γιατρός δέν ὑπῆρχε παρά ὁ πατήρ Ἀρσένιος, ὁ ὁποῖος δέν ἔδινε ἰατρικές συνταγές, ἀλλά μέ τή δύναμη τῆς πίστεως στό Χριστό διαβάζοντας τήν ἀνάλογη εὐχή γινόταν καλά ὁ ἄρρωστος. Κι ἄν δέν μποροῦσε ὁ ἄρρωστος νά τόν ἐπισκεφθεῖ, ἔστελναν στόν γέροντα ἕνα ροῦχό του, πού ἀφοῦ τό διάβαζε, τό φοροῦσε ὁ ἄρρωστος καί θεραπευόταν. Γιάτρευε μέ τή δύναμη τῆς πίστεώς του σοβαρές περιπτώσεις ἀσθενειῶν, τυφλούς, παραλυτικούς, δαιμονισμένους. ἀπό κανένα ποτέ δέν δέχθηκε χρήματα, οὔτε κάποια δῶρα. Ἄν κάτι τοῦ ἄφηναν κρυφά, τό ἔδινε ἐλεημοσύνη στούς φτωχούς. Τούς χριστιανούς προσπαθοῦσε πρῶτα νά τούς φέρει σέ θεογνωσία μέσα ἀπό τή διδαχή, τήν ἐξομολόγηση καί τή θεία κοινωνία. Ἀκόμη καί Τοῦρκοι τῆς εὐρύτερης περιοχῆς κατάφευγαν στό κελλί τοῦ πατρός Ἀρσενίου.

Τόν ὅσιο μετά ἀπό κάποιο προσκύνημα στούς ἁγίους Τόπους τόν ὀνόμασαν οἱ συγχωριανοί του «Χατζεφεντῆ».

Ὁ πατήρ Ἀρσένιος ἤ ὁ Χατζεφεντῆς, ὅπως πιό ἁπλοϊκά τόν ἀποκαλοῦσαν, ἦταν ἕνας μεγάλος ἀσκητής κι ἄς ζοῦσε μέσα στήν πόλη. Εἶχε καθιερώσει κάθε Τετάρτη καί Παρασκευή νά μένει ἔγκλειστος στό κελλί του καί νά προσεύχεται κάνοντας τόν πνευματικό του κανόνα. Οἱ Φαρασιῶτες γνώριζαν τό τυπικό του καί δέν τόν ἐνοχλοῦσαν.

Ὁ γέροντας δοκίμασε πολλές φορές πίκρες ἀπό τήν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων. Πρόβλεψε τήν Μικρασιατική καταστροφή καί ἀκολούθησε τό ξερριζωμένο ποίμνιό του στήν Ἑλλάδα καί μαζί μ’ αὐτό ἐγκαταστάθηκε στήν Κέρκυρα. Ἐκεῖ ἔζησε μόνο 40 ἡμέρες σύμφωνα μέ τήν πρόρρησή του. Ἦταν 10 τοῦ Νοέμβρη 1924, ὅταν πέταξε στήν αἰωνιότητα.

Ὁ πατήρ Ἀρσένιος στή συνείδηση ὅλων ὅσων τόν γνώρισαν καί ἔζησαν κοντά του ἦταν ἅγιος. Ἀλλά καί μετά τήν κοίμησή του φανερώθηκαν πολλά σημεῖα πού δείχνουν τή χάρη πού βρῆκε ἀπό τόν Θεό. Ἐξάλλου ἡ Πατριαρχική Πράξη τῆς ἀνακηρύξεώς του, ἔγινε τό 1986 καί ἐπιβεβαίωσε αὐτό, πού πίστευε γιά τόν πατέρα Ἀρσένιο  ἡ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῶν πιστῶν χριστιανῶν. Τό ἅγιο Λείψανό του, πού ἀνακόμισε ἀπό τό κοιμητήριο τῆς Κέρκυρας, ὁ πνευματικός του γιός, καί ἤδη μακαριστός πατήρ Παῒσιος ὁ Ἁγιορείτης, ἕνας νέος ὅσιος τῶν ἡμερῶν μας, φυλάσσεται στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο τῆς Σουρωτῆς, στή Θεσσαλονίκη. Πολλοί χριστιανοί καθημερινά συρρέουν στόν ἱερό αὐτό χῶρο γιά νά ἀσπασθοῦν τά χαριτόβρυτα λείψανα τοῦ ἁγίου Ἀρσενίου.   

Στήν ἁγία μνήμη του ψάλλεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας τό παρακάτω Ἀπολυτίκιο  σέ   ἦχο γ’. «Θείας πίστεως...»

«Βίον ἔνθεον, καλῶς ἀνύσας, σκεῦος τίμιον τοῦ Παρακλήτου, ἀνεδείχθης θεοφόρε Αρσένιε, καί τῶν θαυμάτων τήν χάριν δεξάμενος, πᾶσι παρέχεις ταχεῖαν βοήθειαν, πάτερ Ὅσιε Χριστόν, τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσαθαι  ἡμῖν τό μέγα ἔλεος».

footer


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ